Σήμερα η γιορτή της μητέρας
δε θα μπορούσα να ξεχάσω την μανούλα μου...
Παρόλο που έλειπα για μίνι διακοπούλες γύρισα άρον άρον για να κάνω το δωράκι στη μανούλα μου.
Δε μπόρεσα να φτιάξω κάτι με τα χεράκια μου αλλά της αγόρασα μια γλαστρούλα με γλαδιόλες.
Και μια καρτούλα γραμμένη με τα χεράκια μου που έλεγε τα εξής:
Μανούλα μου
Μια φορά με γέννησες
και Δέκα σε παιδεύω
μα Εκατό σε σκέφτομαι
και Χίλιες σε λατρεύω.
Μανούλα Σ' ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ
Η μαμά μου χάρησε πάρα πολύ και έριξε και ένα δάκρυ
γιατί απ' οτι μου είπε δε το περίμενε.
Όμως εκτός από κόρη είμαι και μητέρα
και τα δικά μου τα παιδάκια δε με ξέχασαν
πάντα με την πολύτιμη βοήθεια της θείας τους.
Η Μαρκέλλα μου έφτιαξε το ακολουθο λουλούδι και με μήνυμα:
Και ο Άγγελος το παρακάτω λουλούδι και στη μέσα κόλησε τη φατσούλα του:
Τα ευχαρίστησα πολύ και τα δύο μου παιδάκια που τ' αγαπάω τόσο πολύ.
Είναι οι δύο πιο μεγάλοι μου έρωτες.
Ο άντρας και η γυναικάρα του σπιτιού μου.
Για τη σημερινή μέρα εύχομαι σε όλες τις μανούλες χρόνια πολλά
με ένα τραγούδι πολύ αγαπημένο και τους στίχους του.
Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά,
που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά.
Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά,
«ζήτα μου ο,τιδήποτε» τής λέει τρυφερά.
«Αν μ' αγαπάς» τού είπε, με νάζι και καημό,
«την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ»
Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του,
ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του.
«Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν' αφήσω»
«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω»
Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο,
μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ' τον πόνο.
«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»
γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει.
Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της,
«να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της.
Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει,
«μήπως θα 'ταν καλύτερο να μού τη φέρεις Μάη...»
που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά.
Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά,
«ζήτα μου ο,τιδήποτε» τής λέει τρυφερά.
«Αν μ' αγαπάς» τού είπε, με νάζι και καημό,
«την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ»
Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του,
ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του.
«Δώσε μου μάνα την καρδιά, στα πόδια της ν' αφήσω»
«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω»
Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο,
μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ' τον πόνο.
«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»
γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει.
Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της,
«να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της.
Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει,
«μήπως θα 'ταν καλύτερο να μού τη φέρεις Μάη...»
Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχολιά σας
Θα παραλάβω τα βραβεία μου στην επόμενη ανάρτηση
Σήμερα είναι η γιορτή της μητέρας και προηγείται
Η ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ ...

